Δείτε σπάνιες φωτογραφίες της Έλλης Λαμπέτη να παίζει τάβλι  52 χρόνια πριν!

Γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου (το όνομα Λαμπέτη ήταν δανεισμένο από τους ήρωες του Αστραπόγιαννου στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη). Ο πατέρας της Κώστας Λούκος είχε μια ταβέρνα στα Βίλια και η μητέρα της ήταν η Αναστασία Σταμάτη. Είχε 6 αδέρφια, εκ των οποίων ένα δίδυμο αδελφό, που πέθανε από φυματίωση το 1941. Το 1928 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Το Φεβρουάριο του ’43, λίγους μήνες μετά το πρωταγωνιστικό της ντεμπούτο στο θέατρο, γνωρίζει τον πρώτο (και μεγαλύτερο κατά ομολογία της) έρωτα της ζωής της, τον Θ. Σγουρδέλη, διπλωμάτη και ποιητή που ζούσε μόνιμα στη Γαλλία και βρέθηκε στην Ελλάδα λόγω του πολέμου. Η σχέση τους κράτησε κάτι λιγότερο από 2 χρόνια. Έγραψε για χάρη της μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Ατέρμονη πορεία προς τον ήλιο», την απομάκρυνε από το θέατρο και προσπάθησε να τη στρέψει στη ζωγραφική, αλλά όταν ξαναγύρισε στο Παρίσι εκείνη δεν τον ακολούθησε. Με τον Αλέκο Αλεξανδράκη έζησαν πάλι έναν θυελλώδη έρωτα το καλοκαίρι του 1949 που διήρκεσε έξι μήνες και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο. Ο γάμος της με τον Μάριο Πλωρίτη (ο οποίος παρέμεινε αιώνιος φίλος της και στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος της ζωής της) το 1950 υπήρξε ατυχής. Χώρισαν το 1953, όταν γνωρίστηκε με τον Δημήτρη Χορν και μαζί έγραψαν μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στη σκηνή. Όμως, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και επιπλέον η Λαμπέτη αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση στο παιδί που κυοφορούσε από εκείνον.

Από τον Δ. Χορν χώρισε το 1959, όταν γνώρισε τον αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέηκμαν (Frederic Wakeman), τον οποίο παντρεύτηκε, αλλά χώρισε το 1976 μετά από πολλά προβλήματα και όντας χρόνια σε διάσταση. Σημαντική γνωριμία στη ζωή της στάθηκε ο γνωστός ηθοποιόςΚώστας Καρράς, με τον οποίο η Λαμπέτη ονειρευόταν για άλλη μια φορά τον γάμο και την οικογένεια. Θα παίξουν μαζί στο «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη«, αλλά εμπόδιο στα σχέδιά της είναι το νεαρό της ηλικίας του και το ότι εκείνος είναι παντρεμένος, κάτι που η ίδια αγνοούσε. Θα μάθει την αλήθεια από τη γνωστή πλέον ηθοποιό Βέρα Κρούσκα, η οποία έκανε τα πρώτα θεατρικά της βήματα στο πλευρό της Λαμπέτη.

Ο καρκίνος κάνει την εμφάνιση της στη ζωή της ηθοποιού το 1969, αφού της στέρησε τις αγαπημένες της αδερφές, τις οποίες έχασε όλες (εκτός από την αδερφή της Αντιγόνη, η οποία έζησε αρκετά χρόνια και μετά τον θάνατο της Έλλης) από καρκίνο του μαστού. Μετά την εγχείρηση (ολική μαστεκτομή) στην οποία υποβλήθηκε στις ΗΠΑεπιστρέφει και προσπαθεί να το ξεπεράσει.

Μια προσπάθεια υιοθεσίας από κοινού με τον Γουέηκμαν, (της μικρής Έλίζας), της δημιούργησε πλείστα προβλήματα, όταν δικαστική απόφαση την υποχρέωσε να επιστρέψει το παιδί, μετά παρέλευση 4 χρόνων, στους φυσικούς γονείς του. Η περιπέτεια αυτή της δημιούργησε γενική κατάπτωση και μελαγχολία, που την κράτησε μακριά από το θέατρο.

Ο καρκίνος έκανε την επανεμφάνισή του μετά από 11 χρόνια, το 1980. Οι μεταστάσεις ήταν συνεχείς. Οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα σταδιακά να χάσει και τη φωνή της. Η τελευταία παράσταση στην οποία πρωταγωνίστησε στην Αθήνα ήταν τα «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού» στον ρόλο της κωφης Σάρα.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983 στις 7.30′ το πρωί άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Mount Sinai Hospital των ΗΠΑ, όπου είχε μεταβεί λίγες εβδομάδες πριν. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1983 η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα και στις 6 Σεπτεμβρίου 1983 κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η τελευταία προσφορά της ήταν η δωρεά των ματιών της.

Η Έλλη Λαμπέτη είχε τιμηθεί με το επαμειβόμενο βραβείο Μαρίκας Κοτοπούλη για τη διετία 19491951.

Μετά τον θάνατό της, ο κινηματογράφος «Γρανάδα», που βρίσκεται στη λεωφόρο Αλεξάνδρας 106, μετονομάστηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως θέατρο με το όνομα «Λαμπέτη».

Η Έλλη Λαμπέτη είχε πάντα θυελλώδεις σχέσεις, δεν της άρεσαν ποτέ τα μέτρια πράγματα. Ο άντρας που ήταν στο πλευρό της έπρεπε να την ιντριγκάρει αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να υπάρχει.
Κάθε σύντροφος της ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα όπως και ο δεύτερος σύζυγος της, ο αμερικανός συγγραφέας Φρέντερικ Γουέικμαν. Γνωρίστηκαν το 1958 μέσω του Μιχάλη Κακογιάννη. Συνδέθηκαν ερωτικά το 1959, μετά τον οριστικό χωρισμό της από τον Δημήτρη Χορν και παντρεύτηκαν το 1960.
Το περιοδικό »Φαντασία» και ο δημοσιογράφος Ηλίας Μπακόπουλος ζητούν από την πρωταγωνίστρια να περιγράψει τις εντυπώσεις της από το γαμήλιο ταξίδι στα τροπικά νησιά της καραϊβικής.


Η ίδια διηγείται : -Μου έκανε εντύπωση στο νησί ότι υπάρχουν αμέτρητα φοινικόδεντρα, πανύψηλα,- πάνω από είκοσι μέτρα. Οι μαύροι, χρησιμοποιώντας επιδέξια χέρια και πόδια σκαρφαλώνουν με εκπληκτική ευχέρεια, φτάνουν στην κορυφή, κόβουν τις καρύδες και έπειτα γλιστράνε στο έδαφος.
-Εκείνο που ήταν έκτακτο ήταν οι ακρογιαλιές. Μια απέραντη έκταση αμμουδιάς που αποτελείται από ροζ άμμο. Είναι κάτι συναρπαστικό. Και η θάλασσα του ανοιχτού ωκεανού έρχεται φρέσκια, «χοντρή», βαθυγάλαζη.
-Έκανα μόνο ένα μπάνιο γιατί τα νερά ήταν γεμάτα καρχαρίες. Ένας μάλιστα θρασύτητος έφτασε μέχρι τα ρηχά και «κάθισε» στην άμμο. Για πολλή ώρα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει και χτυπιόταν στο λίγο νερό, ώσπου κατάφερε να βγει και πάλι στα ανοιχτά. Από τότε… κορόιδο ήμουν να μπω στην θάλασσα;
-Ευτυχώς στο πολυτελέστατο ξενοδοχείο που μέναμε είχε λάβει τα μέτρα του. Είχε βάλει την θάλασσα σε ειδικές πισίνες, όπου κάνεις το μπάνιο σου, χωρίς την παρουσία καρχαριών.
-Είδα και πολλά παραδείσια πουλιά. Όταν ήρθαν, έμεινα έκπληκτη από το χρωματικό όργιο των φτερών τους.


Η Έλλη Λαμπέτη χώρισε με τον Γουέικμαν το 1976 μετά από πολλά προβλήματα και όντας χρόνια σε διάσταση.
Στις 3 Σεπτεμβρίου συμπληρώθηκαν 30 χρόνια που η ηθοποιός του αιώνα πέρασε στην αθανασία!

* Στις φωτογραφίες παρτενερ της Έλλης Λαμπέτη στο ταβλι ο δημοσιογράφος Ηλίας Μπακόπουλος

Το 1941 έδωσε εξετάσεις και απέτυχε τόσο στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου όσο και στη σχολή Κοτοπούλη. Η ίδια η Μαρίκα Κοτοπούληόμως αναγνώρισε το ταλέντο της και την έκανε δεκτή στη σχολή της. Άλλαξε το επώνυμό της από Λούκου σε Λαμπέτη, όταν διάβασε το βιβλίο «Αστραπόγιαννος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Πρώτη της θεατρική εμφάνιση το 1942 στο έργο «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο» του Γκέρχαρντ Χάουπτμαν. Η συνεργασία της με το Θέατρο Τέχνης το διάστημα ’46-’48 είναι αυτή που την καθιερώνει ως εξαίρετη ηθοποιό. Ξεχώρισαν οι ερμηνείες της στον «Γυάλινο κόσμο«, στην «Αντιγόνη» και στο πρώτο ανέβασμα του «Ματωμένου Γάμου» στην Ελλάδα, παράσταση για την οποία έγραψε τη γνωστή πλέον μουσική ο Χατζηδάκις. Ακολούθησαν οι συνεργασίες της με τον θίασο της Κατερίνας (1948) και το Εθνικό Θέατρο (1948). Από το 1949 ανήκει στο θίασο του Κ. Μουσούρη, όπου οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν το «Πεγκ καρδούλα μου» και η «Κληρονόμος», έργα που ξανανέβασε αρχές ’60. Το 1952 συγκροτεί με τον Δημήτρη Χορν και τον Γιώργο Παππά τον θίασο Λαμπέτη – Παππά – Χορν και από το 1956 τον θίασο Λαμπέτη-Χορν. Ανέβασαν με μεγάλη επιτυχία κλασικά έργα, όπως το «Νυφικό κρεβάτι», «Αριστοκρατικός δρόμος», «Το παιχνίδι της μοναξιάς» και περιόδευσαν σε Αίγυπτο, Κωνσταντινούπολη και Κύπρο.

EllieLambeti

Μετά τον χωρισμό της με τον Χορν το 1959, συνεχίζει τη θεατρική της πορεία τη δεκαετία ’60 με δικό της θίασο, με μεγαλύτερή της επιτυχία το «Λεωφορείο ο πόθος» (της είχε στείλει και συγχαρητήρια επιστολή ο Σεφέρης) και το «Πέπσι» εμπορικά (έκανε 400 παραστάσεις, αριθμό ρεκόρ για την εποχή). Όμως η πιο ώριμη επαγγελματική δεκαετία της ήταν του’70, παρόλα τα προσωπικά της προβλήματα. Ανέβασε με εξίσου μεγάλη επιτυχία από μιούζικαλ («Ιρμα», 1972) μέχρι Τσέχωφ(«Βυσσινοκηπος», 1974 με Παπαμιχαήλ). Το 1977 συνεργάστηκε στη «Φθινοπωρινή ιστορία» με τον Μάνο Κατράκη, που επιπλέον τους συνέδεε βαθιά φιλία. Ανεπανάληπτες οι ερμηνείες της στο «Δεσποινίς Μαργαρίτα», τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» και στα «Μονόπρακτα». Τελευταία της παρουσία στο Θέατρο ήταν το 1981 στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού» υποδυόμενη με επιτυχία την κωφάλαλη Σάρα. Και στον ελληνικό κινηματογράφο οι επιτυχίες της δεν ήταν λίγες, ιδιαίτερα στο «Κορίτσι με τα μαύρα», «Κυριακάτικο ξύπνημα» αλλά και στο «Η Κάλπικη λίρα«.

Για την ερμηνεία της στο «Τελευταίο ψέμα» ήταν υποψήφια για βραβείο BAFTA (British Academy of Film and Television Arts) A’ γυναικείου ρόλου.

 

Θεατρογράφημα

  • Το ταξίδι του γάμου (Κάρλο Ντε Φρις) Θίασος Κοτοπούλη 1942
  • Αλάτι και πιπέρι Θίασος Κοτοπούλη 1942
  • Η Χάννελε πάει στον παράδεισο(Γκ. Χάουπτμαν)Θίασος Κοτοπούλη 1942
  • Ο ψεύτης και η καλόγρια (Κουρτ Γκετς) Θίασος Κοτοπούλη 1944
  • Φουσκοθαλασσιές (Δημήτρης Μπόγρης) Θίασος Κοτοπούλη 1944
  • Σκάνδαλο σε γυμνάσιο θηλέων (Λαντ. Φοντόρ) Θίασος Μιράντας, Μουσούρη, Νέζερ 1944
  • Χάιλ Χίτλερ (Δ. Ευαγγελίδη- Αλ. Σακελλάριου) Θίασος Μουσούρη 1944
  • Η μεγάλη στιγμή (Αλέκου Λιδωρίκη) Θίασος Μουσούρη 1945
  • Οι έμποροι της δόξας (Μαρσέλ Πανιώλ-Πωλ Νιβουά) Θίασος Μουσούρη 1945
  • Η κυρία προέδρου (Μ.Εννεκέν-Πωλ Βεμπέρ) Θίασος Μουσούρη 1945
  • Μποέμ (Ρενάτο Μόρντο) Θεατρική εταιρεία Μουσούρη, Μόρντο, Ανεμογιάννη 1945
  • Εμείς κι ο χρόνος (Τζων Πρίσλευ) Θέατρο Τέχνης 1946
  • Γυάλινος Κόσμος (Τένεση Ουίλλιαμς) Θέατρο Τέχνης 1946
  • Αντιγόνη (Ζαν Ανούιγ) Θέατρο Τέχνης 1947
  • Ο γάμος της Μπάρμπαρα (Τζέημς Μπάρι) Θέατρο Τέχνης 1947
  • Το φιόρο του Λεβάντε (Γρηγόριος Ξενόπουλος) Θέατρο Τέχνης 1947
  • Ήταν όλοι τους παιδιά μου (Άρθουρ Μίλλερ) Θέατρο Τέχνης 1947
  • Ζωή με τον πατέρα (Χάουαρντ Λίντσευ- Ράσσελ Κρουζ) Θέατρο Τέχνης 1947
  • Ο ανακριτής έρχεται (Τζων Πρίσλευ) Θέατρο Τέχνης 1948
  • Ο Ματωμένος Γάμος (Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα) Θέατρο Τέχνης 1948
  • Ο Απόλλων του Μπελάκ (Ζαν Ζιρωντού) Θίασος Κατερίνας 1948
  • Χρυσή μου Ρουθ (Νόρμαν Κράσνα) Θίασος Κατερίνας 1948
  • Ο κουρέας της Σεβίλλης (Μπωμαρσαί) Εθνικό Θέατρο 1948
  • Οι Φοιτητές (Γρηγόριος Ξενόπουλος) Εθνικό Θέατρο 1949
  • Φθινοπωρινή Παλίρροια (Δάφνη ντυ Μωριέ) Θίασος Κατερίνας 1949
  • Οι τρομεροί εραστές (Νόελ Κάουαρντ) Θίασος Κατερίνας 1949
  • Η κληρονόμος (Ρουθ-Αυγούστου Γκετς) Θίασος Μουσούρη 1949
  • Η ανθρώπινη φωνή (Ζαν Κοκτώ) Θίασος Μουσούρη 1950
  • Λίλιομ (Φέρεντς Μολνάρ) Θίασος Μουσούρη 1950
  • Ένας αξιοθαύμαστος υπηρέτης (Τζέημς Μπάρρι) Θίασος Μουσούρη 1950
  • Πεγκ, καρδούλα μου (Τζ. Χαρτλευ Μάννερς) Θίασος Μουσούρη 1950
  • Χαμένοι στο σκοτάδι (Πωλ Βίνσετ Κάρρολλ) Θίασος Μουσούρη 1951
  • Το κουρέλι (Ντάριο Νικοντέμι) Θίασος Μουσούρη 1951
  • Βαθειά, γαλάζια θάλασσα (Τέρενς Ράττιγκαν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1952*Ξενοδοχείο η ευτυχία (Μαρκ Ζιλμπέρ Σωβαζόν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1952
  • Νόρα-Το σπίτι της Κούκλας (Ερρίκου Ίψεν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953
  • Αγαπούλα (Άρθουρ Σνίτσλερ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953
  • Τρεις άγγελοι (Αλμπέρ Υσσόν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953
  • Γαλάζιο Φεγγάρι (Χιου Χέρμπερτ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953
  • Ο άνθρωπος με την ομπρέλα (Ντάινερ-Μόρρουμ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1954
  • Πρόσκληση στον πύργο (Ζαν Ανούιγ) Θίασος Μουσούρη 1955
  • Το τελευταίο βαλς (Σώμερσετ Μωμ) Θίασος Μουσούρη 1956
  • Νυχτερινή επίσκεψη (Γκέγιερ) Θίασος Μουσούρη 1956
  • Αριστοκρατικός δρόμος (Τζέημς Μπάρρι) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1956
  • Βροχοποιός (Ν.Ρίτσαρντ Νας) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1956
  • Ζιζή (Αννίτα Λους) Θίασος Λαμπέτη Χορν 1957
  • Το νυφικό κρεβάτι (Γιαν ντε Νάρτογκ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1957
  • Ένα ζευγάρι παπούτσια (Κλωντ Μανιέ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958
  • Το παιχνίδι της μοναξιάς (Ουίλλιαμ Γκιμπσον) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958
  • Ο Βαβάς (Αντρέ Ρουσσέν) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958
  • Η κυρία με τις καμέλιες (Αλέξανδορς Δουμάς) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1959
  • Εραστής από χαρτόνι (Ζακ Ντεβάλ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1959
  • Το θαύμα της της Άννυ Σάλλιβαν (Ουίλλιαμ Γκίμπσον) Θίασος Λαμπέτη 1961
  • Πεγκ, καρδούλα μου (Τζ. Χάρτλευ Μάννερς) Θίασος Λαμπέτη 1961
  • Η μικρή μας πόλη (Θόρντον Γουάιλντερ) Θίασος Λαμπέτη 1962
  • Ανοιξιάτικο τραγούδι (Τζων Βαν Ντρούτεν) Θίασος Λαμπέτη 1962
  • Οντίν (Ζαν Ζιρωντού) Θίασος Λαμπέτη 1962
  • Η κληρονόμος (Ρουθ-Αυγούστου Γκετς) Θίασος Λαμπέτη 1962
  • Σαμπρίνα (Σάμιουελ Τέηλορ) Θίασος Λαμπέτη 1963
  • Ατζαλένιο γοβάκι (Πωλ Κλωντέλ) Εθνικό Θέατρο 1964
  • Ξυπόλητη στο πάρκο (Νηλ Σάιμον) Θίασος Λαμπέτη 1964
  • Λεωφορείο ο Πόθος (Τένεση Ουίλλιαμς) Θίασος Λαμπέτη 1965
  • Αγία Ιωάννα (Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω) Θίασος Λαμπέτη 1966
  • Μαμζέλ Πέπσυ (Πιερ Εντμόν Βικτόρ) Θίασος Λαμπέτη 1966
  • Θυμήσου το Σεπτέμβρη (Νόελ Κάουαρντ) Θίασος Λαμπέτη 1967
  • Σαράντα καράτια (Πιερ Μπαριγιέ) Θίασος Λαμπέτη 1968
  • Φράνκυ (Κάρσον Μακ Καλλερς) Θίασος Λαμπέτη 1969
  • Το άνθος του κάκτου (Πιερ Μπαριγιέ-Ζαν Πιερ Γκρεντύ) Θίασος Λαμπέτη 1970
  • Τσιν τσιν (Φρανσουά Μπιγιεντού) Θίασος Λαμπέτη, Κωνσταντάρα 1970
  • Μια λαίδη στο σφυρί» ( Σώμερσετ Μωμ) Θίασος Λαμπέτη, Κωνσταντάρα 1970
  • Ο λογαριασμός» (Φρανσουάζ Ντορέν) Θίασος Λαμπέτη 1971
  • Πέντε Θεατρικές μορφές:Ζαν Κοκτώ-Η ψεύτρα, Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η πιο δυνατή, Ζαν Κοκτώ- Την έχασα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή Θίασος Λαμπέτη 1971
  • Γλυκιά Ίρμα» (Αλεξάντερ Μπερεφφόρ-Μαργκερίτ Μονό) Θίασος Λαμπέτη 1972
  • Η τυφλόμυγα (Α.Λίκμπορν) Θίασος Λαμπέτη, Κατερίνας 1972
  • Μικρές αλεπούδες (Λίλιαν Χέλμαν) Θίασος Λαμπέτη, Κατερίνας 1973
  • Ο Βυσσινόκηπος (Άντον Τσέχοφ) Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος 1974
  • Δεσποινίς Μαργαρίτα (Ρομπέρτο Αλτάιντε) Θίασος Λαμπέτη 1975
  • Φθινοπωρινή ιστορία (Αλεξέι Αρμπούζοφ) Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο 1977
  • Έξι μονόπρακτα: Μπέρτολτ Μπρεχτ-Η εβραία (από το «Τρόμος και Αθλιότητα στο Γ’ Ράιχ), Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η Πιο Δυνατή, Τσέχοφ-Αρού Όλυα («Μια Ψυχούλα»), Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή, Η ψεύτρα, Ο Πιερότος(«Την έχασα») Θίασος Λαμπέτη 1978
  • Φιλουμένα Μαρτουράνο (Εντουάρντο ντε Φιλίππο) Θίασος Λαμπέτη 1978
  • Ντόλλυ-«Η Προξενήτρα» (Θόρντον Ουάιλντερ) Θίασος Λαμπέτη 1980
  • Σάρα, Τα Παιδιά ενός Κατώτερου Θεού (Μαρκ Μέντοφ) Θίασος Λαμπέτη 1981

Οι ταινίες

Την τηλεοπτική περίοδο 2006 – 2007 προβλήθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha τηλεοπτική σειρά 20 επεισοδίων, με τίτλο Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της βιογράφου της Λαμπέτη Φρίντας Μπιούμπι,(«Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση» Εκδόσεις Εξάντας 1983) με πρωταγωνίστριες στον ρόλο της Λαμπέτη τις Μαρίνα Καλογήρου(νεαρή ηλικία) και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (ώριμη ηλικία).

Ο Φρέντυ Γερμανός, δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο της, έγραψε τη βιογραφία της που έγινε best-seller (1996).

Απόσπασμα από του βιβλίο:

Όταν η Έλλη ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, ο δίδυμος αδελφός της, ο Τάκης της είπε:
“Έλλη, φοβάμαι”. Κι επειδή η αδερφή του τον κοίταζε ξαφνιασμένη: “Μεγάλωσες σε ένα σπίτι γεμάτο από αγάπη. Πώς θ’ αντέξεις τώρα σε ένα επάγγελμα που δεν θα σ’ αγαπάει κανείς;”
“Γιατί δεν θα μ’ αγαπάει κανείς;” ρώτησε η Έλλη.
Ο Τάκης την κοίταξε ήρεμα: “Γιατί θα ‘σαι η πρώτη”, της είπε.

“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιανανάσα”.
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.
Τι ειρωνία αλήθεια: “Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου” θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. “Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο”.
Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες.  Ακόμα και με πυρπολημένα  σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.

Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: “Θέλω να την μάθω τέλεια” λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. “Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!.
Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:
“Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο”.
“Σας δίνω ένα μήνα!” απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της “Σάρας” είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.

Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί.

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.
Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:

Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;” κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: “Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο”. Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: “Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;”. Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.
Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: “Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…”. Βλέπεις, δεν λέει “τι έπαθα”, λέει στη μάνα της “τι έπαθες”! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια “ω κακό πώπαθες”, αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… “Θα πιω και πάλι, ωστόσο…” και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.
Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: “Τι είσαι εσύ!”… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.
Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: “Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη”. Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.
Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

“Η δουλειά του σκηνοθέτη”

Ξέρεις, εγώ δεν έχω καμιά εκτίμηση στην έννοια “σκηνοθέτης”. Θα μπορούσαν να λείπουν οι σκηνοθέτες – δεν τους χρειάζεται κανείς. Έτσι κι αλλιώς το θέατρο ως τον 19ο αιώνα τα πήγαινε μια χαρά χωρίς αυτούς. Δεν μπήκαν στη μέση παρά μόνο στα χίλια οκτακόσια τόσο… Αλλά φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε στις κριτικές “δεν τον βοήθησε ο σκηνοθέτης”! Ποιος να σε βοηθήσει, βρε! Ποιος είναι ο σκηνοθέτης για να σε βοηθήσει; Τι να σου κάνει; Υποτίθεται ότι σε καθοδηγεί; Γιατί να χρειάζεσαι να σε καθοδηγεί κάποιος; Το θέατρο είναι ομάδα. Είναι ένα συνολικό πράγμα. Είναι ο συγγραφέας και οι ηθοποιοί. Κολλητά. Αυτοί είναι – αυτό είναι το θέατρο. Δεν χωράει άλλον. Θέλεις να υπάρχει κι άλλο ένα μάτι; Θέλεις κάποιον απ’ έξω να παρατηρεί για να σου πει μια γνώμη; Γιατί δεν αρκεί γι’ αυτό ένας άνθρωπος με γούστο που ν’ αγαπάει το θέατρο;

Ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δεν υπάρχει ή αυτός που δε φαίνεται. Να μη λέει ο θεατής, “ποιος το σκηνοθέτησε;” να λέει, “τι ωραίο έργο! Καλοπαιγμένο. Συγκινήθηκα!” Ο σκηνοθέτης αυτή τη δουλειά έχει να κάνει. Δεν είναι δουλειά του φτιάχνει ηθοποιούς, δ ε ν  μ π ο ρ ε ί. Κι όμως τον σκηνοθέτη στις μέρες μας τον γράφουν πρώτον πρώτον.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

“Οι Βερσαλίες με τα Βίλια”

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:

Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: “Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια”. Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

“Ένα τραγικό γεγονός”

Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.
Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.
Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το “εν ψυχρώ”. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για την απήχηση που είχε στο κοινό η παράσταση της “Φιλουμένα Μαρτουράνο”:

Άπειρες φορές μου απαντάνει το κοινό. Όταν η Φιλουμένα λέει: “Ξέρεις πότε κλαίει ο άνθρωπος; Κλαίει όταν έχει γνωρίσει την ευτυχία και δεν την έχει πια”.
“Έτσι είναι”, λένε από κάτω.
Αυτό θα πει απήχηση…

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ από συνέντευξή της στη ΕΡΤ για την παράσταση: “Φιλουμένα Μαρτουράνο” , του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο, που ανέβηκε το 1978, σε σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι, από το θίασο Έλλης Λαμπέτη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

 

Έλλη Λαμπέτη: σκληρή και εύθραυστη

Πώς έγινε κι εσύ, η Λαμπέτη, που ένα βασικό εργαλείο της δουλειάς σου είναι αυτή η φωνή σου, η θρυμματισμένη μα πάντα στιλπνή, διάλεξες να παίξεις τον ρόλο μιας κωφάλαλης;

Ένας φίλος μου ‘χε μιλήσει για τη Σάρα. Βρέθηκα στην Αμερική. Είδα την παράσταση. Και ξετρελάθηκα! Και την ίδια στιγμή αποφάσισα να γίνω εγώ η Σάρα.

Μα εδώ δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο έργο, όπου μελετάς έναν ρόλο, κάνεις πρόβες και βγαίνεις για παράσταση…

Ακριβώς. Στην Αμερική το έργο παιζόταν από κωφάλαλους. Για να μπορέσω, λοιπόν, κι εγώ να το υπερασπιστώ πάνω στη σκηνή, έπρεπε να εισχωρήσω σ’ αυτό τον παγερό κι άγνωστο σε όλους μας κόσμο των κωφαλάλων. Επί τρεις μήνες δεν έκανα τίποτ’ άλλο από το να μαθαίνω τη «γλώσσα» των κωφαλάλων. Να μιλάω με τα χέρια μου. Με τα δάχτυλά μου. Πήρα και δασκάλα. Και για μένα και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Και μάθαμε όλοι μας να συνεννοούμαστε με τα σύμβολα της δακτυλολογίας.

Σηκώνεται. Αρχίζει να παίζει. Η μαγεία που έλεγα. Παίζει χωρίς να μιλάει. Κι είναι βυθισμένη όλη σ’ αυτό που παίζει. Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο. Και το κουδούνι της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Εκείνη παίζει. Και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να τη διακόψεις. Γιατί είναι σκληρή. Όσο ακριβώς και εύθραυστη.

Ήρθαν κωφάλαλοι στο θέατρο να δουν την παράσταση;

Και βέβαια ήρθαν. Τριάντα κωφάλαλα παιδιά. Ήταν κάτι άγριο και συγκλονιστικό συνάμα. Τα παιδιά καταλάβαιναν τα πάντα που συνέβαιναν στη σκηνή. Και αντιδρούσαν. Έβγαζαν άναρθρες κραυγές, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, γιατί, βέβαια, δεν ακούνε. Κι η αίθουσα γέμιζε απ’ αυτές τις άναρθρες φωνές, που σ’ έκαναν να ριγείς. Ήταν μια συνταρακτική εμπειρία.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε η Έλλη Λαμπέτη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14/3/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ο Φρέντυ Γερμανός μιλάει στην Εύη Κυριακοπούλου για τη φιλία του με την Έλλη Λαμπέτη και θυμάται μικρές προσωπικές της στιγμές:

φανταστικά γράμματα

Η Λαμπέτη, είχε μία τάση να γράφει γράμματα, στο μυαλό της μέσα, χωρίς να τα γράφει…
Δηλαδή
Έγραφε πολύ ωραία, μπορούσε να τα σκεφτεί πολύ ωραία, αλλά δεν έγραφε τα γράμματα αυτά. Είχε γράψει γράμμα στον Αϊνστάιν, στην Γκάρμπο, στον Κένεντι, κάποια στιγμή έγραψε γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο δεν είχε ιδιαίτερη…
Αυτό δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο σας…
Όχι… Μου το διηγήθηκε. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής της. Κάτι έκανε ο Ανδρέας -που δεν τον είχε ψηφίσει ποτέ της-, που της άρεσε… κι έτσι εκρηκτική και ορμητική όπως ήταν, του γράφει: “Αγαπητέ, κύριε Παπανδρέου, δε με ξέρετε, είμαι συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη”. Τυπικό δείγμα σαρκασμού της Έλλης. “Στις τελευταίες εκλογές δε σας ψήφισα, σας υπόσχομαι να σας ψηφίσω στις επόμενες. Εάν, ο μη γένοιτο, δεν πάρετε την ψήφο μου θα φταίει η επάρατος νόσος”. Δεν είναι; Και την πείραζε πάρα πολύ που την λέγανε “επάρατο νόσο”. Έλεγε “μα γιατί; δεν έχει όνομα; Γιατί δεν λένε καρκίνος;” Ήτανε πολύ δυνατή και πολύ μαχητική. Πολεμούσε. Είχε το θέατρο σα θρησκεία…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

σαν κούρος

Έπαιζε άρρωστη…
Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…
Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: “ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…” Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

σκληρή με τον εαυτό της 

Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…
Λαιμητόμος…
Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.
Σκληρό…
Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους. Όταν ανέβασε τη “Μικρή μας Πόλη” που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε “Το ανοιξιάτικο τραγούδι” του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…
Σα να λέμε σήμερα για ποιον;
…Το ‘πε η τηλεόραση…
Μάλιστα.
Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: “αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν”, μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Ούτε έναν!

Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: “Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!” Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Τι έγραψε ο Ψαθάς για το “Τέλος της μικρής μας πόλης” και την Έλλη Λαμπέτη:

Αντιπαθώ θανάσιμα τους συγγραφείς που σχίζουν τεχνικά αλλά και βάρβαρα τον άνθρωπο – με το νυστέρι του ταλέντου τους – για να μας δείξουν ό,τι ταπεινό και κτηνώδες έχει μέσα του, αυτός και η ζωή του. Όπως αντιπαθώ κι εκείνους που αγωνίζονται να μας πείσουν για την ασημαντότητα της καθημερινής ζωής – παράδειγμα ο Ιονέσκο που η μανία του για την αποσύνθεση της καθημερινής “ασημαντότητας” φτάνει τα όρια της παράκρουσης, μ’ εκείνους τους ανισόρροπους διαλόγους του (τόσο “ασήμαντα” είναι αυτά που λέγονται και πράττονται στην καθημερινή ζωή μας, ώστε θα μπορούσαν, λέει, ν’ αντικατασταθούν με ισοδύναμες… αρλούμπες).
Να μάχεσαι ορισμένες εκδηλώσεις της ζωής – ασχήμιας, αδικίας, βαναυσότητας – με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσεις στο καλύτερο, είναι για μένα μια αποστολή άξια της ανθρώπινης υπόστασης ενός συγγραφέα με ζεστή καρδιά. Ν’ αποσυνθέτεις όμως, μέχρι κι εκείνο που θεωρούμε ωραίο, για να μας δείξεις ότι πίσω και απ’ αυτό ακόμα υπάρχει ασχήμια και αθλιότητα, δείχνει διάθεση διεστραμμένη και ιδιοσυγκρασία χολερική που όσο την εξιδανικεύει το ταλέντο, τόσο μου προκαλεί αποτροπιασμό. Γι’ αυτό ποτέ δεν χώνεψα μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Ανούιγ και όπως ακόμα ο Τενεσσή Ουίλιαμς. Μπορεί να θαυμάζω απεριόριστα τη δύναμη της τέχνης τους, αλλά αντιπαθώ βαθύτατα το έργο τους.
Ίσως γι’ αυτή μου την αδυναμία (πρόκειται, βλέπετε, για αντιδράσεις καθαρά προσωπικές) με γοητεύει αυτό το έργο του Θόρντον Ουάιλντερ -”Η Μικρή μας Πόλη”- που παίζει η Έλλη Λαμπέτη, την οποίαν με χαρά ξαναβρήκε από καιρό η ελληνική σκηνή και η νοσταλγική αγάπη του θεατρόφιλου κοινού. Το ξαναείδα προχτές κι έφυγα από το θέατρο με μια ευφορία ψυχής αληθινή, βαθύτερη, όσο σπάνια μου δίνεται η ευκαιρία να αντλήσω από το θέατρο. Κι αυτό -τι περίεργη που είναι η μαγεία της τέχνης!- παρ’ όλον ότι στην τρίτη πράξη του ο ποιητής του έργου μας μεταφέρει στο… νεκροταφείο της μικρής του πόλης (που είναι όμως τόσο μεγάλη όσο κι ο κόσμος).
Δεν έχουν, βέβαια, καμιά πρόθεση κριτικής οι γραμμές αυτές -σ’ άλλην αρμοδιότητα ανήκει η ασχολία- άλλωστε προ πολλού είπαν τη γνώμη τους οι “ειδικοί”. Τις προσωπικές μου αντιδράσεις μόνο μεταφέρω, κατά καιρούς, στον χώρο τούτο, όταν συμβαίνει να με γοητεύει μία παράσταση και ν’ ασκεί επάνω μου επίδραση ξεχωριστή. Νιώθω υποχρέωσή μου να ενημερώνω τους αναγνώστες μου με τους οποίους βρέθηκε τόσες πολλές φορές νάχουμε κοινά τα γούστα και κοινές τις αντιδράσεις.
Μ’ αρέσει ιδιαίτερα το έργο τούτο του Ουάιλντερ γιατί πέραν των άλλων, δείχνει στον προσεκτικό θεατή πόσο μάταιες -και άχρηστες- είναι οι “πρωτοτυπίες” των λεγόμενων μοντέρνων ή “επαναστατικών” συγγραφέων της σκηνής που προσπαθούν να βρουν καινούργιους τρόπους έκφρασης. Γιατί ολόκληρος ο μοντέρνος μηχανισμός της σκηνικής ανάπτυξης του θέματός του είναι το λιγότερο που μας προσφέρει ο συγγραφέας. Συχνά, μάλιστα, η απουσία των σκηνικών και η μιμική των ηθοποιών γίνεται ενοχλητική κι όχι μονάχα δεν βοηθά ν’ ακουστεί καλύτερα ο λόγος, αλλά τον εμποδίζει με τις αφύσικες κινήσεις που περισπούν μοιραία (για το αφύσικό τους, ακριβώς) την προσοχή του θεατή.
Πέρα, όμως, απ’ αυτά, πόση αισθητική χαρά και πόση απόλαυση μας δίνει ο ποιητικός οίστρος του Ουάιλντερ, που φτιάχνει απ’ την περιφρονημένη, ακριβώς, καθημερινότητα της ανθρώπινης ζωής το θαυμάσιο ποιητικό, θεατρικό του έργο. Η αισθητική του ευαισθησία συνέλαβε την χαρά και την αξία της τετριμμένης καθημερινότητας απ’ το θλιβερό εκείνο σημείο που μας ανοίγει κι εμάς τα μάτια -φευγαλέα, όμως, και παροδικά- όπου ο θάνατος τα μεταβάλλει σε οριστικό και τελεσίδικο παρελθόν. Όταν συμβεί να χάσουμε ένα πρόσωπο δικό μας, προσφιλές, που μέχρι χτες ακόμα η ζωή του κυλούσε ανάμεσά μας κοινοτοπική, με όλη την βαρετή καθημερινή ασημαντότητά της, τότε αμέσως αλλάζουν όλα: Το πρόσωπο αυτό παίρνει στα μάτια μας άλλη υπόσταση, τελείως διαφορετική, όπου οι καθημερινές του πράξεις μετριούνται αναδρομικά και όλες οι κινήσεις του ζυγίζονται με άλλο μέτρο, έτσι που να φαντάζουν στα μάτια μας σαν γεγονότα πολύ σημαντικά, που τα αναπολούμε με βαθύ πόνο και μεγάλη δυστυχία.
Αυτό τον αναδρομικόν ύμνο προς την ζωή μάς προσφέρει με τις γραφικές και χαριτωμένες θεατρικές εικόνες που συνθέτει ο συγγραφέας -ξημερώματα, νύχτες, φεγγαροβραδιές, έρωτα, νοικοκυριό, γεννήσεις, γάμους, τυπική και αιωνίως επαναλαμβανόμενη καθημερινή ζωή- για να μας τα σκεπάσει, όμως, όλα, ξαφνικά και απροσδόκητα, με την αυλαία του τέλους. Με τόλμη εκπληκτική -κι εκεί ο συγγραφέας μας δείχνει τον δημιουργικό μοντερνισμό του- μας μεταφέρει στο νεκροταφείο, όχι τόσο για να μας δείξει την ματαιότητα των εγκοσμίων (σαν τους αρρωστημένους μανιακούς της απαισιοδοξίας), αλλά για να μας ανοίξει τα μάτια, ακριβώς, επάνω στην ομορφιά και την γοητεία της τετριμμένης καθημερινότητας, που όσο την ζούμε, δεν την υποπτευόμαστε, ούτε καν την παίρνουμε χαμπάρι. Κι όλα αυτά με οίστρο γνήσιο, όπου η πρωτοτυπία αναπηδά μέσα από την χάρη, γι’ αυτό και δεν οδηγεί σε εκτρωματικές “μοντέρνες” συλλήψεις, αλλά σε αληθινή αισθητική ομορφιά.
Να σημειώσω και δυο λόγια για την Λαμπέτη: Μέσα σ’ ένα συγκρότημα από καλούς ηθοποιούς -πόσο λαμπρό προμηνύεται το μέλλον του κ. Κούρκουλου που είναι ήδη ένας άριστος ηθοποιός- φαντάζει σαν πολύτιμο πετράδι η πρωταγωνίστρια και θιασάρχις. Βλέποντάς την προχτές (κι αναθυμούμενος τις φτηνές “δόξες” των ημερών μας) ένιωσα μια βαθιά ανακούφιση: Η δραματική τέχνη δεν πέθανε στον τόπο μας. Είναι ευτύχημα ότι (δίπλα στις δυο τρεις άλλες αληθινές ιέρειες της δραματικής τέχνης) η Έλλη Λαμπέτη ξαναγύρισε κοντά μας.

χρονογράφημα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ που δημοσιεύτηκε στη στήλη “Εύθυμα και σοβαρά”
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – 29/3/1962
Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

Πηγή: http://www.queen.gr/CELEBRITY-SPOTTING/time-machine/item/81397-deite-spanies-fotografies-tis-ellis-lampeti-na-paizei-tavli-52-hronia-prin#ixzz2e0OOALpKhttp://el.wikipedia.org/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ