Ο Στρατής Μυριβήλης (30 Ιουνίου 1892 – 19 Ιουλίου 1969) ήταν Έλληνας πεζογράφος της Γενιάς του ’30. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευστράτιος Σταματόπουλος.

Γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου στις 30 Ιουνίου 1892, όπου και έζησε ως το 1969. Κατά τα πρώτα του σχολικά χρόνια αδιαφορούσε για τα μαθήματα και δεν άντεχε την πειθαρχία του σχολείου. Παρόλα αυτά στο Γυμνάσιο η λογοτεχνία κίνησε έντονα το ενδιαφέρον του. Η Λέσβος εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη πνευματική άνθηση και ο Μυριβήλης ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους του νησιού και άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, εργαζόταν ως δάσκαλος. Το 1912 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Φιλοσοφική και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως συντάκτης σε διάφορες εφημερίδες. Την ίδια χρονιά κατατάχθηκε στον στρατό ως εθελοντής και πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμοκαι στη Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή επέστρεψε στη Λέσβο, όπου και παρέμεινε ως το 1932. Εκεί ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Επίσης εξέδιδε δύο εφημερίδες, την «Καμπάνα» (1923-1924) και τον «Ταχυδρόμο» (μέχρι την εγκατάστασή του στην Αθήνα το 1932). Συνέχισε να συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες («Η Καθημερινή«, «Ακρόπολις«, «Η Πρωία«,»Δημοκρατία» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου), περιοδικά («Νέα Εστία«, «Το Ναυτικό μας«, «Στρατιωτικά Νέα«) και τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Παράλληλα, από το 1938 ως το 1955 εργαζόταν στη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών,ενώ έγινε και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1958. Το 1940 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων Το γαλάζιο βιβλίο και το 1958 έγινε Ακαδημαϊκός.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Στρατής Μυριβήλης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τάχθηκε με ζήλο εναντίον των κομμουνιστών. Πέθανε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 1969, από βρογχοπνευμονία.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1915, με τα διηγήματα Κόκκινες ιστορίες. Η πρώτη περίοδος του έργου του είναι εμπνευσμένη από το παρόν ή το άμεσο παρελθόν, τη ζωή στη Μυτιλήνη και κυρίως τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Αποκορύφωση της έκφρασης του αντιπολεμικού πνεύματος είναι το μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω (1924). Αυτή η περίοδος ολοκληρώνεται το 1932 με το μυθιστόρημα Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια.

Κατά τη δεύτερη περίοδο στράφηκε στο παρελθόν και τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Τα έργα της περιόδου είναι οι νουβέλες Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (1943), Τα παγανά (1945), Ο Παν (1946), το μυθιστόρημα Η Παναγιά η Γοργόνα (1949) και οι συλλογές διηγημάτων Το πράσινο βιβλίο (1935), Το γαλάζιο βιβλίο (1939), Το κόκκινο βιβλίο(1952) και Το βυσσινί βιβλίο (1959).

Συλλογές διηγημάτων

Κόκκινες ιστορίες, 1915
Διηγήματα, 1928
Το πράσινο βιβλίο, 1936
Το γαλάζιο βιβλίο, 1939
Το κόκκινο βιβλίο, 1952
Το βυσινί βιβλίο, 1959

Μυθιστορήματα

Η ζωή εν τάφω (μυθιστόρημα), 1924 α’ έκδοση, 1930 β’ έκδοση με διαφοροποιήσεις και προσθήκες

Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής – λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/183#ixzz3686g6Tsw
Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, 1932

Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/183#ixzz3686riZv6
Η Παναγιά η Γοργόνα (δημοσιεύτηκε με τίτλο Η Παναγιά η Ψαροπούλα το 1939 σε συνέχειες. Στη συνέχεια αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και οριστικά εκδόθηκε το 1949). Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/183#ixzz368IxLIA5

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/183#ixzz36874QIG2
Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων (μαζί με τους ΚαραγάτσηΤερζάκηΒενέζη), 1958.

Νουβέλες

Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (πρώτη μορφή 1934, δεύτερη μορφή περιλαμβάνεται στο Γαλάζιο Βιβλίο, και οριστική μορφή το 1943/44)

Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/183#ixzz36874QIG2
Τα παγανά, 1945
Ο Παν, 1946

Άλλα έργα

Ο αργοναύτης (παιδικό μυθιστόρημα), 1936
Το τραγούδι της Γης-ελληνική συμφωνία. Λυρικό πεζογράφημα., 1937
Μικρές φωτιές (ποιητική συλλογή), 1942
Ιωάννης Γρυπάρης· Σκαραβαίοι και Τερρακότες (διάλεξη της 11ης/4/1943 στο θέατρο Κυβέλη), 1943
Το Πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου (δοκίμιο), 1945
Απ’ την Ελλάδα (ταξιδιωτικό), 1954[3]
Μιλάμε για την Τέχνη (δοκίμιο), 1958
Το λογοτεχνικό τέταρτο (δοκίμιο – εκπομπές από ραδιόφωνο), 1962
Αγνάντεμα Α: Ο Παλαμάς στη ζωή μου (δοκίμιο), 1963
Πτερόεντα (χρονογράφημα), 1966

Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, μυστική παπαρούνα

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.

Μου ‘ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.

Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ’ άφησαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ’ ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ’ αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ’ εδώ χρόνον – καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα ‘καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ’ άλλο.

Από δω το θέαμα θα ‘ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που ‘ναι πάνω – πάνω. Ένας απ’ αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου ‘καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ‘ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ‘βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θα ‘ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ’ αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα ‘ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

– Καληνύχτα… καληνύχτα και να ‘σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ’ αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ’ αφουγκράζομαι. Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό….

Από τούτο τον κόσμο είμαι κι εγώ, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε βλέπεις.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Στα νιάτα οι λέξες είναι γιομάτες από ψίχα, από χυμό και φωτιά. Κατόπι αδειάζουν λίγο – λίγο κι απομένουν κούφια τσόφλια.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Στη “Ζωή εν τάφω” ο Στράτης Μυριβήλης γράφει για ένα συμπολεμιστή του που κοιμόταν φορώντας τα γυαλιά του:
Θυμήθηκα μια μέρα που τόνε βρήκα να κοιμάται με τα γυαλιά στη μύτη. Βρε συ, τούπα κουνώντας τον απ’ τον ώμο, βρε και στον ύπνο τα φοράς ακόμα; Ξύπνησε ξαφνιασμένος, άνοιξε τόσο δα τα παιδιάτικα μάτια του και μούκαμε με το αιώνιο χαμογέλιο του το καλοσυνάτο: Ναι, βέβαια. Για να βλέπω καθαρά τα ονείρατα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Ο Μυριβήλης για την αγάπη και τον έρωτα:

Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Η αγάπη είναι προσφορά, δεν είναι κατοχή.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Είναι αγάπη που αρπά σα θεριό και ξεσκίζει, κι είναι πάλι αγάπη που δίνεται.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Η Όχτρα είναι οργανωμένη, πειθαρχημένη, πάνοπλη. Η Αγάπη είναι ανοργάνωτη, ξεθυμαίνει σε αισθηματισμούς, σε θρησκευτικούς εξορκισμούς. Τώρα ποιος θα οργανώσει, ποιος θ’ αρματώσει, θα κάμει σεβαστή την Αγάπη; Ο Χριστός το καταπιάστηκε με το καλό και δεν κατάφερε σπουδαία πράματα. Όμως πάλι αν γίνει με το στανιό, τότε παύει νάναι Αγάπη. Δεν καταλαβαίνω.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Έρωτας θα πει μονομαχία δύο κυττάρων. Ποιο να φάει, ν’ αφομοιώσει το άλλο. Καμιά συνεννόηση δε χωρεί ανάμεσα στο νικητή και στο νικημένον άλλη, απ’ την υποταγή. Αυτό που λέμε συνεννόηση είναι μια σχετική έννοια, που είναι συνθεμένη από εκκεχειρίες, δειλίες και υποχωρήσεις.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

Τι είναι λοιπόν ο έρωτας; (…) Είναι το κουκούτσι της ζωής. Η μυγδαλόψυχά της. Εκεί μέσα είναι κλεισμένες όλες οι δυνατότητες της αιωνιότητας της ζωής. Όλα τ’ άλλα είναι φλούδια και ζουμιά.

“ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΕΤΑΡΤΟ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

  

“Ο πατέρας μου”

Τ’ αγαπούσε ο μακαρίτης ο πατέρας τα δέντρα. Τα δέντρα και τις ρίμες. Ώσπου πέθανε μου ‘γραφε στίχους της ξενιτιάς κάτω από τα καλλιγραφημένα γράμματά του, κι ώσπου πέθανε, φύτευε δέντρα, κλήματα και λουλούδια, παντού όπου λάχαινε. Όχι να πεις για συμφέρο, μόνο έτσι από μεράκι. Καρπερά θέλεις, στολιστικά θέλεις. Στα χωράφια μας, στους δρόμους του χωριού, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Ακόμα έβαζε ρίμες μπροστά στις ξένες πόρτες, στις ξένες αυλές. Σαν έμαθα πως συχωρέθηκε, στοχαζόμουν πως γι’ αυτόν η πιο καλόδεχτη συνοδειά στο ξόδι θα του ήταν, αν γινότανε βολετό, να περπατήσουν και να πάνε να τον ξεπροβοδίσουν ως την Αγιά Σωτήρα όλα αυτά τα δεντρικά, που φύτεψε κι ανέστησε στη ζωή με τ’ άγια χέρια του. Σαν πήγα να προσκυνήσω στο μνήμα του, βρήκα μια παπαρουνιά να κοκκινολογά στο χώμα, γεμάτη κόμπους και λουλούδια. Έσκυψα να τη βγάλω, να την πάρω μαζί μου σε μια γλάστρα. Και την ίδια στιγμή το μετάδα, τράβηξα πίσω το χέρι. Μου φάνηκε πως το λουλούδι έφτανε ως στην καρδιά του. Φοβήθηκα πως άμα το τραβήξω από το χώμα θα δω να στάζουν αίματα οι σπασμένες ρίζες. (Ο Θεός που αγαπά τα δέντρα και τα λουλούδια σαν παιδιά του ας τον αναπάψει σε τόπο χλοερό).

“Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ”

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (Ι)

Το πρώτο λογοτεχνικό, να πούμε, κείμενο, που διάβασε μικρός, στα δέκα του χρόνια, ο Μυριβήλης, με αληθινό χτυποκάρδι, ήταν τα προς τη μητέρα του ερωτικά γράμματα του πατέρα του, που τα ξετρύπωσε απ’ την καρυδένια κασέλα, «όλα όπως γράφει σε γαλάζιο ακριβό χαρτί δεμένα με μια βυσινιά ξεθωριασμένη κορδέλα. Κρατούσα και διάβαζα το πρώτο, όλο σε ρίμες γραμμένο και πάνω κάτω δυο άσπρα περιστεράκια να φιλιούνται». Τότε του γεννήθηκε και η διάθεση να συνθέσει και να διηγηθεί στον πατέρα του μια καταπληχτική ιστορία, μια φαντασία μεγάλη και κάμποσο τρομαχτική.(…)
Ο πρώτος λοιπόν που μύησε το μεγάλο κατοπινό συγγραφέα στη λογοτεχνία ήταν αυτός ο απλός και αισθηματικότατος πατέρας.
Στα χρόνια της ακμής του ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος πρωτοστάτησε σαν πατριώτης με τον Σπ. Αναγνώστου και άλλους Σκαμνιώτες. Τους τραβήξανε οι Τούρκοι σ’ ένα φοβερό βάραθρο έξω απ’ το χωριό για να τους σκοτώσουν. Σωθήκανε από τύχη. Οι αγώνες, ο πατριωτισμός του πατέρα του και του δασκάλου του αναφτέρωσε τα εφηβικά χρόνια του Μυριβήλη και τον έφερε εθελοντή στους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13. Είναι χαρακτηριστικό αλλά και απόλυτα σωστό, όπως εξακρίβωσα απ’ τη στοματική επιτόπια παράδοση, αυτά που γράφει ο Μυριβήλης στη «Ζωή εν τάφω» για τον πατέρα του ότι «κέρασε όλο τον κόσμο στου Σαράντου τον καφενέ, στα ’12, σαν έφυγα απ’ το σκολειό και πήγα εθελοντής στους Βαλκανικούς. Τούγραφα απ’ το νοσοκομείο της Σαλονίκης, πως έχω μια λαβωματιά βουργάρικη στο πόδι. Τον έπιασαν τα κλάματα και φώναξε στον καφετζή, σκουπίζοντας τα μάτια του, με το μεγάλο μαβί μαντήλι: Πούσι! Τσέρασι ούλου τουν καφινέ για του πιδίμ που λαβώθ’ τσι…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (ΙΙ)

Με τις μικρές του δυνάμεις ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος και με τις τρεις κόρες, δεν μπόρεσε να βοηθήσει πιο πέρα απ’ το γυμνάσιο, στις σπουδές του τον πρωτότοκο γιο του. Όταν τον είδε να θριαμβεύει σαν δημοσιογράφος και λογοτέχνης, σήκωσε ψηλά τα μάτια του και προσκύνησε, γιατί ως τότε τον θεωρούσε χαμένο. Κυνηγούσε, κυριολεκτικά ρουφούσε στο καφενείο του χωριού τα χρονογραφήματά του μόλις ερχόταν το ταχυδρομείο. Κι όταν του μιλούσαν γι’ αυτά με θαυμασμό οι συγχωριανοί του, γελούσε με ικανοποίηση και πρόσθετε: «Είδες! είδες! πού πάει και τα βρίσκει το παλιόπαιδο!… και όλα τα καταστρώνει τόσο όμορφα!…» Ένα ήταν στην αρχή το παράπονό του. Ότι άλλαξε το όνομά του. Είδε όμως γρήγορα πως το ψευδώνυμο αντιπροσώπευε καλύτερα το πραγματικό του όνομα κι όταν, καθώς περνούσε καβάλα στο γαϊδουράκι, σε μια παρέα περαστικών απ’ τα πλησιόχωρα σφύριξε ένας τους: «Παιδιά, ο πατέρας του Μυριβήλη…» ο γέρος ντράπηκε για τη δόξα του κι έδωσε μια βιτσιά στο γαϊδουράκι του και χάθηκε μέσα στις ροδοδάφνες και τις αλυγαριές της ρεματιάς, ενώ τον παρακολουθούσαν με θαυμασμό τα βλέμματα των περαστικών. Κι όταν στα 1915 παρουσιάστηκε με επιτροπή συγχωριανών του στο Βενιζέλο, ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος συστήθηκε ως πατέρας του Μυριβήλη, και ο Βενιζέλος χάρηκε: «Α! του είπε, πολύ τον εκτιμώ τον Μυριβήλη, είναι δύναμις, είναι νέος με μέλλον. Να σας ζήσει…»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Ο Μυριβήλης για τον άνθρωπο:

Όσοι είναι οι ανθρώποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Δεν είναι κακοί οι άνθρωποι, φτάνει να καταλάβει ο ένας τον άλλο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Κανένας άνθρωπος δε γίνεται να ξεδιαλύνει ποτές ατός του το μυστήριο του εαυτού του.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Έτσι πλάστηκε από θεού ο άνθρωπος, να συνταιριάζεται με το κάθε τι, μα καλό είναι μα κακό. Αν δεν ήταν έτσι θα τρελαινόταν όλος ο κόσμος με τ’ ανεπάντεχα που τόνε βρίσκουν κάθε τόσο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Φαίνεται πως είναι φυσικό στον άνθρωπο η λύπηση νάναι θεμελιωμένη πάνω στην υποταγή. Σαν αρχίσει και σηκώνει κεφάλι ο ευεργετημένος, γίνεται αντιπαθητικός.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Ο Μυριβήλης για την προσευχή:

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Κύριε, ικετεύω σε, λυπήσου τις αμαρτίες μου. Μη μου τις συγχωρέσεις, γιατί μέσα στη συγχώρεση είναι η λήθη.

“ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ”

 

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Σ. Μυριβήλης: η απορία του Φόρτη

Ο Θεός ήξερε χιλιάδες χρόνια πριν από τον Έντισον την ηλεχτρική λάμπα και το γραμμόφωνο, ήξερε ακόμα τις μάσκες με τα τεχνητά δόντια και τα σάντουιτς και τις αυτόματες μηχανές που σε σερβίρουν μ’ ένα σέντσι. Τώρα, γιατί άφησε τόσα χρόνια τον κόσμο να παιδεύεται με το λυχνοστάτη και με τη λάμπα του πετρελαίου που γεμίζει τα ρουθούνια καπνιές; Και σαν τ’ αποφάσισε να φανερώσει τα μυστικά του, γιατί τα φανέρωσε στους Αμερικάνους, που δε είναι καν ορθόδοξοι χριστιανοί; Ε, αυτό πάλι είναι άλλος λογαριασμός.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Δεν είναι τίποτα που να μας φαίνεται πιο πιθανό απ’ αυτό που μας αρέσει να πιστεύουμε.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Είναι θαυμάσιο πράμα, λοιπόν, η υγεία. Τόσο θαυμάσιο, ώστε δε σε ειδοποιεί καν όταν είναι κοντά σου. Σαν μας αφήσει μονάχα πληροφορούμαστε για την ύπαρξή της… αναδρομικώς. Δεν είναι παράξενο;

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Ο Μυριβήλης για τον πόλεμο:

Η ρόδα του Πολέμου. (…) Γυρίζει χωρίς να βιάζεται, απελπιστικά αργά. Έχει τη σίγουρη κι αδυσώπητη κίνηση των φυσικών νόμων. Είναι ένα τεράστιο ζο με δόντια σιδερένια, μασά με απάθεια τη σπαρταριστή ανθρώπινη σάρκα. Όλο φρέσκια, ανθισμένη σάρκα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Αυτό είναι το μόνο καλό που αφήνει ο πόλεμος σε κείνους που του ξέφυγαν ζωντανοί κι ασακάτευτοι. Τους δίνει την καταξίωση της ζωής…

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Θάρθει, λέω, μια νύχτα που θάναι πια πολύ γριά η γης. Όλοι τούτοι οι άνθρωποι, πούναι να σαστίσεις με τη μεγαλοφυϊα τους, όλοι τούτοι που κάθουνται και σκαρφίζουνται τις τορπίλες και τ’ αεροπλάνα και το μελινίτη, θάναι ψιλοκοσκινισμένο χώμα. Κ’ η ανθρωπότητα θάναι πια ένας θρύλος, ένα κακό όνειρο που διάβηκε και πάει. Θα το αναθυμιούνται μόνο πάππου προς πάππου και θα τ’ ανιστορούν στους απογόνους των τ’ αρχαία δέντρα, σαν θα παίρνει να φυσά τ’ αγέρι και θ’ αρχίζουν οι φυλλωσιές να ψιθυρίζουν θυμητικά. Ωστόσο και κείνη τη νύχτα τα μικρά τριζόνια θα βγούνε να τραγουδήσουν όλα μαζί κάτω από τ’ αμέτρητα αστέρια τούτον τον ίδιο σκοπό. Κι ο ουρανός θ’ ανθίσει πάλι όλες τις ασημένιες μαργαρίτες του και θα σκύψει ν’ αφουγκραστεί τα κρουσταλλένια μαντολινάκια. Και παντού θ’ απλώνεται το ίδιο παγωμένο μυστήριο. Τα νέα δάση θα βουίζουν δίχως να πάρουν είδηση πως δεν υπάρχουν πια ποιητές για να ριμάρουν τη βουή τους και στρατιώτες να τα κόψουν παλούκια για συρματοπλέγματα. Κι οι θάλασσες θα δέρνουν τις αδάμαστες αχτές και θα πηδάν ολοένα πάνω στις αντάρτισσες ξέρες, δίχως να πολυσκοτίζουνται για κείνο το ξιπασμένο ζωντόβολο, που μια φορά κι έναν καιρό πίστεψε στ’ αλήθεια πως όλα τα εξαίσια έργα και κινήματα του Θεού γίνονταν για τη ζαχαρένια του.

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣΤΑ ΠΑΓΑΝΑΗ ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

http://www.greekbooks.gr/, wikipedia logomnimon.wordpress.com, users.sch.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ