Αποτέλεσμα εικόνας για Ικαρια

Η Ικαρία (ή Ικαριά ή Νικαριά, στα αρχαία χρόνια Δολύχη) είναι ένα Ελληνικό νησί του ανατολικού Αιγαίου και αποτελεί την ομώνυμη Περιφερειακή Ενότητα Ικαρίας. Πρωτεύουσα και επίνειο του νησιού είναι ο Άγιος Κήρυκος στη νοτιοανατολική ακτή της νήσου, ενώ δεύτερος αναπτυσσόμενος λιμένας είναι ο Εύδηλος στη βόρεια ακτή.

Η Ικαρία είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, με 255 τετραγωνικά χιλιόμετρα σε έκταση και με 102 μίλια (160 χιλιόμετρα) ακτογραμμή. Ο πληθυσμός της ανέρχεται 8.423 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 (Στην απογραφή του 2001 ανερχόταν ο πληθυσμός σε 8.312 κατοίκους). Διοικητικά αποτελεί την ομώνυμη περιφερειακή ενότητα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Η Ικαρία αποτελείται από τον Δήμο Ικαρίας και περιλαμβάνει την Ικαρία και τις γειτονικές της νησίδες. Δημιουργήθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης από την συνένωση των τριών προϋπαρχόντων δήμων του νησιού, των δήμων Αγίου Κηρύκου, Ραχών και Ευδήλου. Έδρα του δήμου ορίστηκε ο Άγιος Κήρυκος.

Η τοπογραφία της παρουσιάζει αντιθέσεις, καθώς εμφανίζει καταπράσινες πλαγιές και γυμνούς απότομους βράχους. Το νησί είναι ορεινό στο μεγαλύτερο μέρος του. Διασχίζεται από την οροσειρά του Αθέρα (Πράμνος), του οποίου η υψηλότερη κορυφή είναι 1.041 μέτρα. Η πλειονότητα των χωριών χαρακτηρίζονται ορεινά, κάτι που οφείλεται στην ανάγκη προστασίας των κατοίκων από τις πειρατικές επιδρομές στο Μεσαίωνα. Η Ικαρία έχει παράδοση στην παραγωγή ενός δυνατού κόκκινου κρασιού, γνωστού από τον Όμηρο ως «Πράμνειος Οίνος». Το νησί είναι σε μεγάλο κομμάτι του καλυμμένο από βλάστηση, κουμαριές, πρίνους και πευκοδάση. Υπάρχουν επίσης αφθονία νερών. Στα δυτικά υπάρχει το δάσος του Ράντη, ένα από τα σπανιότερα χαρακτηριστικά μεσογειακά προϊστορικά δάση. Μέρος του νότιου τμήματος του νησιού έχει καταστραφεί από πυρκαγιά το 1993. Υπάρχουν σπάνια και μοναδικά είδη ζώων στο νησί, όπως η σαύρα «κορκόφυλας», αλλά και ιδιαίτερη χλωρίδα. Εκτός από συνηθισμένα ζώα, χαρακτηριστικά είναι τα ημιάγρια κατσίκια ελευθέρας βοσκής (τα λεγόμενα «ρασκά» = ορεσκά, ορεσίβια), τα οποία συναντώνται παντού, διαταράσσοντας την χλωρίδα του νησιού με την υπερβόσκηση. Το κλίμα της Ικαρίας βρίσκεται στον κλιματικό τύπο του παράκτιου μεσογειακού (Csb κατά Köppen), δηλαδή ξηρό και σχετικά θερμό καλοκαίρι και υγροί και ήπιοι χειμώνες.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για την προέλευση της ονομασίας του νησιού. Η πρώτη αναφέρεται ότι η λέξη Ικαρία προέρχεται από την ινδο-ευρωπαϊκή ρίζα -καρ, οπως επίσης και η γειτονική Καρία της Μικράς Ασίας. Η ρίζα συνδέεται με βραχώδη, απόκρημνα μέρη. Άλλη αρχαία ονομασία που συναντάται για το νησί είναι «Δολύχη» που σημαίνει μακριά, λόγω του μακρόστενου σχήματός της. Στο διάβα του χρόνου, το νησί αναφέρεται και με άλλες ονομασίες όπως Οινόη, Ιχθυόεσσα, Ανεμόεσσα και στο Βυζάντιο ως Μάκρη.

Ο μύθος του Ικάρου  και του Δαίδαλου

Σύμφωνα με τη ελληνική μυθολογία, ο Ίκαρος ήταν γιος του Δαιδάλου και της Ναυκράτης, η οποία, κατά μια παράδοση, ήταν δούλη του Μίνωος.

Όταν ο Δαίδαλος καταδικάστηκε από τον Άρειο Πάγο επειδή είχε φονεύσει τον τεχνίτη Τάλω, έφυγε στην Κρήτη. Εκεί κατασκεύασε τον Λαβύρινθο για να ζει μέσα ο Μινώταυρος, ο γιος της γυναίκας του Μίνωος Πασιφάης. Μέσα στον Λαβύρινθο φυλάκισε ο Μίνως και τον ίδιο τον Δαίδαλο με τον γιο του Ίκαρο, διότι ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει την Πασιφάη να ενωθεί με τον Ταύρο του Ποσειδώνος και να γεννηθεί ο Μινώταυρος. Ο Δαίδαλος με τον Ίκαρο δραπέτευσαν από τον Λαβύρινθο με τη βοήθεια των φτερών που είχε κατασκευάσει και για τους δύο ο Δαίδαλος, χρησιμοποιώντας πούπουλα και κερί. Τα φτερά αυτά τα προσάρτησαν στους ώμους τους και πέταξαν στον ουρανό.

Ο Ίκαρος όμως, γοητευμένος από την πτήση, παράκουσε την εντολή του πατέρα του να μην πετάει πολύ ψηλά για να μη λιώσει από τη ζέστη του ήλιου το κερί των φτερών, ούτε και πολύ χαμηλά για να μην λυθούν τα φτερά από την υγρασία της θάλασσας: πέταξε ψηλά με αποτέλεσμα να λιώσει το κερί και να αποκολληθούν τα φτερά, να πέσει στη θάλασσα και να χάσει τη ζωή του. Η θαλάσσια περιοχή όπου ο Ίκαρος βρήκε τον θάνατο ονομάστηκε έκτοτε Ικάριο Πέλαγος ή Ικάριος Πόντος. Η περιοχή αυτή βρίσκεται νότια του νησιού που ονομάστηκε Ικαρία. Έτσι διηγείται την ιστορία του Ικάρου ο Απολλόδωρος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ικαρια

Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Ίκαρος, αναζητώντας τον πατέρα του Δαίδαλο που είχε εξοριστεί στην Κρήτη, επιβιβάστηκε σε πλοίο για να ταξιδέψει, το πλοίο όμως ναυάγησε κοντά στη Σάμο και η θάλασσα ξέβρασε το σώμα του στο νησί, το οποίο από το γεγονός αυτό ονομάστηκε Ικαρία.

Η Ικαρία έχει κατοικηθεί πριν από το 7.000 π.Χ., όταν εγκαταστάθηκαν Νεολιθικοί προ των Ελλήνων κάτοικοι που οι μετέπειτα Έλληνες αποκαλούσαν Πελασγούς. Γύρω στο 750 π.Χ. Έλληνες από τη Μίλητο αποίκισαν την Ικαρία ιδρύοντας εγκαταστάσεις στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Κάμπος, την οποία τότε αποκαλούσαν Οινόη για το κρασί της. Τον 6ο αιώνα π.Χ. η Ικαρία συνενώθηκε με τη Σάμο και αποτέλεσε τμήμα της θαλάσσιας αυτοκρατορίας του Πολυκράτη. Εκείνη την εποχή χτίστηκε ο ναός της Αρτέμιδος στο Να, στη βορειοανατολική γωνία του νησιού. Ο Νας ήταν ιερός τόπος και για τους Προέλληνες κατοίκους του Αιγαίου και ένα σημαντικό λιμάνι του νησιού στην αρχαιότητα, ο τελευταίος σταθμός πριν εξερευνηθούν οι επικίνδυνες θάλασσες γύρω από την Ικαρία. Ήταν ένα κατάλληλο μέρος για τους ναυτικούς να κάνουν θυσίες στην Άρτεμη, η οποία εκτός των άλλων ήταν και προστάτης των θαλασσοπόρων. Ο ναός διατηρούνταν σε καλή κατάσταση μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν λεηλατήθηκε από τους κατοίκους του χωριού Χριστός Ραχών, οι οποίοι πήραν το μάρμαρο προκειμένου να φτιάξουν ασβέστη για την εκκλησία στο χωριό τους. Το 1939 έγιναν ανασκαφές στην περιοχή από τον Έλληνα αρχαιολόγο Λίνο Πολίτη. Κατά την Γερμανική και Ιταλική κατοχή της Ικαρίας κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλά από τα τεχνουργήματα που είχαν βρεθεί από τον Πολίτη εξαφανίστηκαν. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση υπάρχουν ακόμα μαρμάρινα αγάλματα κάτω από την άμμο της παραλίας.

Το 14ο αιώνα μ.Χ. η Ικαρία ήταν κομμάτι της Γενοβέζικης αυτοκρατορίας στο Αιγαίο. Σε κάποια στιγμή αυτής της περιόδου οι Ικαριώτες κατέστρεψαν τα λιμάνια τους ώστε να αποτρέψουν την απόβαση των ανεπιθύμητων επισκεπτών. Σύμφωνα με τους ντόπιους ιστορικούς, οι Ικαριώτες, βασισμένοι σε δικές τους κατασκευές, έχτισαν επτά πύργους-παρατηρητήρια κατά μήκος της ακτής. Μόλις εμφανιζόταν εχθρικό ή άγνωστο σκάφος, οι παρατηρητές άναβαν αμέσως φωτιά και έτρεχαν σε μία δεξαμενή η οποία ήταν πάντα γεμάτη με νερό. Τραβούσαν ένα ξύλινο βούλωμα το οποίο υπήρχε στη βάση και το νερό φυσικά διέρρεε. Οι φρουροί των άλλων παρατηρητηρίων ειδοποιούνταν από τη φωτιά ώστε να κάνουν ταυτοχρόνως το ίδιο. Στο εσωτερικό κάθε δεξαμενής σε κάθε κάστρο υπήρχαν πανομοιότυπες γραμμές με εκείνες στα σκεύη που χρησιμεύουν ως μεζούρες. Κάθε μια από αυτές τις διαμετρήσεις είχε και ένα διαφορετικό μήνυμα συνημμένο πάνω της: «επίθεση πειρατών», «προσέγγιση αγνώστου σκάφους», κλπ. Όταν το επίπεδο του νερού έφτανε στο κατάλληλο μήνυμα, οι «αποστολείς» επανατοποθετούσαν το βούλωμα στη δεξαμενή και έσβηναν τη φωτιά κι έτσι ο καθένας στους άλλους πύργους μπορούσε να διαβάσει το μέγεθος και την εγγύτητα του εκάστοτε κινδύνου. Άλλωστε οι πύργοι στα υψώματα του νησιού, όπως στου Δρακάνου, αποτελούσαν μέρος του δικτύου επικοινωνίας των νησιών μέσω φωτιών από την Αθηναϊκή συμμαχία ακόμη. Παρά ταύτα, μόλις τα τελευταία χρόνια το νησί έχει αρχίσει και συνδέεται με ταχύπλοα που μειώνουν κατά πολύ τις αποστάσεις και το φέρνουν στην πρώτη γραμμή του εναλλακτικού, νησιωτικού τουρισμού

Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου οι Ικαριώτες σπανίως έχτιζαν χωριά με την συγκεντρωμένη μορφή που γνωρίζουμε. Κάθε σπίτι ήταν χαμηλό, με ένα δωμάτιο, με σκεπή από πέτρινες πλάκες, και βρίσκονταν απομακρυσμένο από τα γειτονικά. Είχε μόνο μια χαμηλή πόρτα και ήταν φραγμένο από την πλευρά της θάλασσας με ψηλούς τοίχους, ενώ υπήρχε ένα στην στέγη (ο ανεφάντης). Επειδή η καμινάδα με τους καπνούς θα μπορούσε να προδώσει την ύπαρξή του, πολλές φορές κλείνονταν. Ο καπνός διαχεόταν από τις πλάκες της στέγης χωρίς να γίνεται ορατός, καθαρίζοντας ταυτόχρονα τα ξύλα της στέγης από έντομα. Τα δωμάτια περιείχαν τα απολύτως απαραίτητα όπως τον χειρόμυλο και το τσουκάλι. Η παράδοση υποστηρίζει πως όλοι κοιμόντουσαν στο πάτωμα και έκρυβαν τα υπάρχοντά τους μέσα σε σχισμές στους τοίχους. Άντρες και γυναίκες φορούσαν σχεδόν τα ίδια ρούχα: υφαντές λινές φούστες για τις γυναίκες, ένα είδος φουστανέλας για τους άντρες. Αργότερα καθιερώθηκε η βράκα και το γιλέκο για τους άνδρες και η αντίστοιχη παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά. Αυτός ο τρόπος ζωής συντελούσε στη μακροζωία και στην αταξικότητα. Κάθε σπίτι ήταν αυτάρκες, χρησιμοποιώντας τον ζωτικό χώρο γύρω του για καλλιέργεια των απαραίτητων, οι γυναίκες συμμετείχαν στις εργασίες και στην κοινωνική ζωή. Τα χωριά δημιουργούνταν σιγά-σιγά από απόγονους μιας αρχικής οικογένειας, που εξαπλωνόταν. Παρ’ όλη την αραιοκατοίκηση, η συνεκτικότητα της κοινωνίας ήταν μεγάλη. Υπήρχαν τα πανηγύρια, ομαδικές εργασίες, και τα συμβούλια των γηραιότερων που έπαιρναν τις αποφάσεις. Ο τρόπος ζωής και η αρχιτεκτονική αυτή διατηρήθηκαν έως τα τέλη του 19ου αιώνα, και πολλά στοιχεία μέχρι τις μέρες μας.

Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη, που είχαν την βάση τους στη Ρόδο, ασκούσαν εξουσία στην Ικαρία μέχρι το 1521 που η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε την Ικαρία στις κτήσεις της. Τότε επιδεινώθηκε το πρόβλημα της πειρατείας, οπότε οι κάτοικοι του νησιού εφάρμοσαν την πρακτική της αφάνειας: τραβήχτηκαν στα ορεινά του νησιού, κρύβοντας τους οικισμούς, αλλά και τις κατοικίες τους. Για την αντιπειρατική άμυνα, εκτός από την «αφάνεια» (αραιοκατοίκηση και απόκρυψη των κατοικιών), υπήρχαν παρατηρητήρια – βίγλες, διάφορα σημεία συγκέντρωσης και άμυνας του πληθυσμού σε περίπτωση επιδρομών (οροπέδια αόρατα από την θάλασσα), και κοινές κρυμμένες προμήθειες για χρήση σε ώρα ανάγκης. Η κλοπή τους τιμωρούνταν από το ιδιαίτερο εθιμικό δίκαιο της εποχής ακόμη και με θάνατο. Υπάρχουν τέλος αναφορές για επίθεση των κατοίκων σε ανεπιθύμητους επισκέπτες των ακτών, ακόμη και σε ναυαγούς. Οι Ικαριώτες λύντσαραν τον πρώτο Τούρκο φοροεισπράκτορα, αλλά κατά κάποιον τρόπο κατόρθωσαν να παραμείνουν ατιμώρητοι. Η συγκεκριμένη ιστορία, όπως έχει διατηρηθεί στην προφορική παράδοση, μιλάει για έναν Οθωμανό Αγά, που για να μετακινηθεί έβαλε δύο Ικαριώτες να τον κουβαλήσουν στα χέρια, πάνω σε ένα φορείο. Οι Ικαριώτες μην αντέχοντας τον εξαναγκασμό, τον έριξαν στο γκρεμό, στην περιοχή Κακό Καταβασίδι. Οι τουρκικές αρχές συγκέντρωσαν τον πληθυσμό και ρώτησαν ποιοί ήταν οι δράστες, αλλά έλαβαν την απάντηση «ούλοι εμείς εφέντη». Η φράση έμεινε παροιμιώδης, τονίζοντας την αλληλεγγύη της κοινωνίας εκείνη την εποχή.

Ο ιατρός Ιωάννης Μαλαχίας(1876-1958) ήταν ο αρχηγός της Ικαριώτικης επανάστασης το 1912 εναντίον των Οθωμανών. Άγαλμα στον Άγιο Κήρυκο.

Οι Τούρκοι επέβαλλαν ένα πολύ χαλαρό καθεστώς διοίκησης, δεν έστειλαν αξιωματούχους στην Ικαρία για αρκετούς αιώνες. Η καλύτερη καταγραφή που διαθέτουμε για το νησί κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων χρόνων είναι από τον κονδυλοφόρο του επισκόπου Ιωσήφ Γεωργειρήνη που το 1677 περιέγραψε το νησί. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου οι Ικαριώτες σπανίως έχτιζαν χωριά με την συγκεντρωμένη μορφή που γνωρίζουμε. Κάθε σπίτι ήταν χαμηλό, με ένα δωμάτιο, με σκεπή από πέτρινες πλάκες, και βρίσκονταν απομακρυσμένο από τα γειτονικά. Είχε μόνο μια χαμηλή πόρτα και ήταν φραγμένο από την πλευρά της θάλασσας με ψηλούς τοίχους, ενώ υπήρχε ένα στην στέγη (ο ανεφάντης). Επειδή η καμινάδα με τους καπνούς θα μπορούσε να προδώσει την ύπαρξή του, πολλές φορές κλείνονταν. Ο καπνός διαχεόταν από τις πλάκες της στέγης χωρίς να γίνεται ορατός, καθαρίζοντας ταυτόχρονα τα ξύλα της στέγης από έντομα. Τα δωμάτια περιείχαν τα απολύτως απαραίτητα όπως τον χειρόμυλο και το τσουκάλι. Η παράδοση υποστηρίζει πως όλοι κοιμόντουσαν στο πάτωμα και έκρυβαν τα υπάρχοντά τους μέσα σε σχισμές στους τοίχους. Άντρες και γυναίκες φορούσαν σχεδόν τα ίδια ρούχα: υφαντές λινές φούστες για τις γυναίκες, ένα είδος φουστανέλας για τους άντρες. Αργότερα καθιερώθηκε η βράκα και το γιλέκο για τους άνδρες και η αντίστοιχη παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά. Αυτός ο τρόπος ζωής συντελούσε στη μακροζωία και στην αταξικότητα. Κάθε σπίτι ήταν αυτάρκες, χρησιμοποιώντας τον ζωτικό χώρο γύρω του για καλλιέργεια των απαραίτητων, οι γυναίκες συμμετείχαν στις εργασίες και στην κοινωνική ζωή. Τα χωριά δημιουργούνταν σιγά-σιγά από απόγονους μιας αρχικής οικογένειας, που εξαπλωνόταν. Παρ’ όλη την αραιοκατοίκηση, η συνεκτικότητα της κοινωνίας ήταν μεγάλη. Υπήρχαν τα πανηγύρια, ομαδικές εργασίες, και τα συμβούλια των γηραιότερων που έπαιρναν τις αποφάσεις. Ο τρόπος ζωής και η αρχιτεκτονική αυτή διατηρήθηκαν έως τα τέλη του 19ου αιώνα, και πολλά στοιχεία μέχρι τις μέρες μας.

Οι Τούρκοι επέβαλλαν ένα πολύ χαλαρό καθεστώς διοίκησης, δεν έστειλαν αξιωματούχους στην Ικαρία για αρκετούς αιώνες. Η καλύτερη καταγραφή που διαθέτουμε για το νησί κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων χρόνων είναι από τον κονδυλοφόρο του επισκόπου Ιωσήφ Γεωργειρήνη που το 1677 περιέγραψε το νησί με 1.000 κατοίκους οι οποίοι ήταν οι φτωχότεροι στο Αιγαίο. Το 1827 η Ικαρία αποσπάστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά αναγκάστηκε να αποδεχτεί την Τουρκική διοίκηση κάποια χρόνια μετά και παρέμεινε κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως τις 17 Ιουλίου 1912 όταν εξεδίωξε μια μικρή τουρκική φρουρά κατά τη διάρκεια της Ικαριακής Επανάστασης. Την 17η Ιουλίου του 1912 οι επαναστάτες εξεδίωξαν τις μικρές τουρκικές φρουρές, με αρχηγό τον Γιατρό Μαλαχία και πεσόντα ήρωα τον Γεώργιο Σπανό, του οποίου το μνημείο βρίσκεται έξω από το χωριό Χρυσόστομος και το άγαλμα του στον Εύδηλο. Εξαιτίας των Βαλκανικών πολέμων, η Ικαρία αδυνατούσε να συνενωθεί με την Ελλάδα μέχρι το Νοέμβριο του αυτού έτους. Για 5 μήνες παρέμεινε ανεξάρτητη πολιτεία, με τις δικές της ένοπλες δυνάμεις, σφραγίδες και ύμνο και το όνομα «Ελευθέρα Πολιτεία Ικαρίας». Αυτοί οι πέντε μήνες ανεξαρτησίας ήταν δύσκολοι. Οι ντόπιοι είχαν έλλειψη σε προμήθειες, δεν είχαν συχνή συγκοινωνία και ταχυδρομικές υπηρεσίες, ενώ κινδύνευαν να γίνουν κομμάτι της Ιταλικής Αυτοκρατορίας στο Αιγαίο. Με απόφαση της εθνοσυνέλευσης ενώθηκε με την Ελλάδα.

Η πρώτη σημαία της ελευθέρας πολιτείας Ικαρίας ήταν μπλε με έναν λευκό σταυρό στη μέση.

Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας(1912).

Χαρακτηριστική απασχόληση των Ικαριωτών από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν η παραγωγή και εμπορία ξυλοκάρβουνου. «Κομπανίες» Ικαριωτών ταξίδευαν για μήνες αρχικά στην Μικρά Ασία και μετά το 1922 σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας για τον σκοπό αυτό. Στη συνέχεια η μεγάλη μετανάστευση, κυρίως στις Η.Π.Α., περιόρισε και μηδένισε τη δραστηριότητα αυτή. Η παροικία των Ικαρίων στις Η.Π.Α. είναι σήμερα μεγάλη και ιδιαίτερα δυναμική, εξακολουθεί δε να έχει ιδιαίτερους δεσμούς με τον γενέθλιο τόπο.

Το νησί είχε τρομακτικές απώλειες σε έμψυχο και άψυχο δυναμικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Γερμανική και Ιταλική Κατοχή. Δεν υπάρχουν ακριβή νούμερα ως προς το πόσοι άνθρωποι λιμοκτόνησαν, αλλά στο χωριό Καραβόσταμο πάνω από 100 άτομα πέθαναν από ασιτία. Από τότε στο νησί, η πλειονότητα των κατοίκων είναι φίλα προσκείμενη στον Κομμουνισμό, ενώ η Ελληνική Κυβέρνηση χρησιμοποιούσε το νησί ως τόπο εξορίας για περίπου 13.000 κομμουνιστές από το 1945 έως το 1949. Τόπος εξορίας ήταν άλλωστε και παλαιότερα κατά τον Μεταξά, αλλά και κατά τη βυζαντινή περίοδο όπου αυτοκρατορικές οικογένειες εξορίζονταν στο νησί. Υπήρχε έτσι η προκατάληψη στους απλούς ανθρώπους να μην παντρεύονται με ανθρώπους από γειτονικά νησιά, θεωρώντας τους εαυτούς τους γαλαζοαίματους. Μέχρι σήμερα η Ικαρία ονομάζεται Κόκκινο Νησί ή Κόκκινος Βράχος, εξαιτίας των αριστερών πεποιθήσεων των κατοίκων. Η ποιότητα ζωής βελτιώθηκε σημαντικά μετά το 1960 όταν η Ελληνική Κυβέρνηση ξεκίνησε να επενδύει στην υποδομή των νησιών προκειμένου να προωθηθεί ο τουρισμός. Ακόμα και τώρα όμως, η Ικαρία θεωρείται από τα «ξεχασμένα» νησιά και οι ντόπιοι βασίζονται στα έσοδα που έχουν από τις διάφορες εκδηλώσεις για τη βελτίωση της τοπικής υποδομής. Είναι χαρακτηριστική η έλλειψη σε έργα ρυμοτομικού χαρακτήρα, λόγω της βραχώδους και απότομης μορφολογίας που τα καθιστά πολυδάπανα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ικαρια

Ιδιαίτερα γνωστός στο πανελλήνιο είναι ο Ικαριώτικος χορός που χορεύεται στα τοπικά πανηγύρια, από τα οποίο ευρέως γνωστό είναι της Αγίας Μαρίνας, ημέρας της απελευθέρωσης του νησιού και του 15 Αυγούστου. Τα τελευταία χρόνια τα πανηγύρια έχουν «ξαναγεννηθεί» με την συμμετοχή της νεολαίας αλλά και των επισκεπτών του νησιού τα καλοκαίρια, καθώς είναι ένα από τα στοιχεία της ιδιοτυπίας των Ικαριωτών. Στα Ικαριώτικα πανηγύρια, οι διοργανωτές είναι όλοι εθελοντές του χωριού που μαγειρεύουν (βραστό και ψητό κατσίκι, πατάτες, σαλάτες, κλπ.), σερβίρουν, ενώ η ορχήστρα με κυρίαρχο το βιολί δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον Ικαριώτικο χορό. Τα έσοδα χρησιμοποιούνται στην συνέχεια για έργα της κοινότητας του χωριού. Το δυνατό κόκκινο Ικαριώτικο κρασί συμβάλλει έτσι ώστε πολλά πανηγύρια να έχουν πολύ κέφι και να διαρκούν όλη τη νύχτα. Όλα αυτά συνιστούν πρωτοτυπίες στον Ελλαδικό χώρο κάνοντας τα πανηγύρια της Ικαρίας μοναδικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ικαρια

Μνημεία

Νας: Αρχαία πόλη όπου κατά την μυθολογία κατοικούσαν οι Ναϊάδες. Στην αρχαιότητα υπήρχε ένα από τα πιο φημισμένα Ιερά, αφιερωμένο στην Ταυροπόλο Αρτέμιδα. Από το αρχαίο λιμάνι σώζεται σήμερα η προκυμαία και το δάπεδο του Ιερού. Βρίσκεται δυτικά του Αρμενιστή. Ο Νας είναι ευρέως γνωστός ως τόπος εναλλακτικού τουρισμού, με πληθώρα σκηνών να στήνονται στο πράσινο, φιλήσυχο και δροσερό τοπίο.

Οινόη: Αρχαία πρωτεύουσα του νησιού. Ονομάζονταν και Διονυσιάδα. Σώζονται ίχνη από το τείχος που περιέκλειε την πόλη, καθώς και το ερειπωμένο οίκημα της Βυζαντινής περιόδου. Τα ευρήματα ευρίσκονται στην σημερινή περιοχή Κάμπο.

Δράκανο: Αρχαία πόλη που θεωρείται και πατρίδα του Διόνυσου. Βρίσκεται στην περιοχή Φανάρι στο ανατολικότερο σημείο του νησιού. Σήμερα σώζονται ερείπια του αρχαίου κάστρου και πάνω σε ύψωμα ο Πύργος του Δράκανου, κυκλικό οικοδόμημα Αλεξανδρινής εποχής, 4ου π.Χ. αιώνα.

Θερμαί: Πόλη της αρχαιότητας με τις γνωστές ραδιούχες ιαματικές πηγές. Είναι λίγο ανατολικότερα από τα σημερινά Θέρμα (βυθίστηκαν από σεισμό τη ρωμαϊκή εποχή).

Κάστρο του Κοσκινά: Φρούριο Βυζαντινής εποχής, έργο του 10ου αιώνα, κοντά στο χωριό Κοσοίκια στη βόρεια περιοχή του νησιού. Μέσα στο φρούριο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Δοργανά.

Μουσείο Αγίου Κηρύκου: Στο Αρχαιολογικό Μουσείο, μέσα σε νεοκλασικό κτήριο, υπάρχουν πολλά αρχαία ευρήματα, αγγεία, στήλες, λίθινα και χάλκινα εργαλεία, αμφορείς που βρέθηκαν στο βυθό της θάλασσας, κ.ά. Λειτουργεί και λαογραφικό μουσείο.

Μουσείο Κάμπου: Υπάρχουν αξιόλογα αρχαιολογικά ευρήματα από τα ερείπια της αρχαίας Οινόης, όπως συλλογές από εργαλεία νεολιθικής εποχής, αγγεία όλων των εποχών της αρχαιότητας, πήλινα ειδώλια, ανάγλυφα επιτύμβια, νομίσματα, κ.ά.

Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας: Χτίστηκε τον 17ο αιώνα. Βρίσκεται δυτικά του Αγ. Κηρύκου κοντά στον Ξυλοσύρτη. Μέσα στο μοναστήρι βρίσκεται η εκκλησία του Αγ. Μακαρίου.

Μοναστήρι της Παναγίας στο Μουντέ: Μοναστήρι του 13ου αιώνα με τοιχογραφίες και παλιές εικόνες. Βρίσκεται κοντά στο Χριστό Ραχών σε μια μαγευτική καταπράσινη τοποθεσία με εκπληκτική θέα.

Μοναστήρι της Οσίας Θεοκτίστης: Βρίσκεται στο χωριό Πηγή κοντά στον Κάμπο. Η εκκλησία είναι αγιογραφημένη με την τεχνική φρεσκό ακολουθώντας Αγιορείτικη διάταξη. Ιερά μονή Μαυριανού: Νότια από το Να, στις δυτικές ακτές του νησιού. Αντίκρυ το πέλαγος με υπέροχα ηλιοβασιλέματα.

Την Ικαρία την χαρακτηρίζει η άγρια ομορφιά. Πυκνή βλάστηση, ψηλά βουνά, ποτάμια, χαράδρες, μα πάνω απ’ όλα οι πανέμορφες παραλίες της. που προκαλούν δέος και σαγηνεύουν. Εκτός από τις αμμουδιές, πάρα πολλές είναι οι παραλίες με βότσαλο, και υπάρχουν και πολλές ερημικές παραλίες χωρίς πρόσβαση από αυτοκίνητο. Στο νότο, στην πλευρά του Αγίου Κηρύκου συναντάμε προσβάσιμες παραλίες στο Πριόνι, τη Λευκάδα, το Ξυλοσύρτη, το Φάρο, το Δράκανο, το Κεραμέ και στα Θέρμα. Στον βορρά, μεταξύ Περδικιού και Μονοκαμπιού στο χωριό Κιόνιο (Νέγια) συναντάμε τρεις ωραίες και ήσυχες παραλίες το Κιόνι, το Αυγολυμί και την Λειβάδα. Και στην περιοχή του Ευδήλου μπορούμε να πάμε, στο Φύτεμα, στο Φλες, στο Κεραμέ, στο Κυπαρίσσι, Κάμπος-Οινόη και στο Καραβόσταμο ενώ στην περιοχή των Ραχών το Γιαλισκάρι, τη Μεσαχτή, το Λιβάδι, ο Νας.

Η ιστορία των λουτρών είναι συνδεδεμένη με την ιστορία του τόπου μας. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τα λουτρά, όπως επίσης αρχαίοι Έλληνες γιατροί, φυσικοί, ιστορικοί, και γεωγράφοι ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τις πηγές και τα μεταλλικά ύδατα.

Στα Ασκληπιεία από τον 13ον π.Χ. αιώνα χρησιμοποιούσαν τα λουτρά για θεραπευτικούς λόγους. Πρώτος παρατηρητής των ιαματικών υδάτων υπήρξε ο ιστορικός Ηρόδοτος, προηγήθηκε του Ιπποκράτη, περιγράφοντας μάλιστα αρκετές ιαματικές πηγές.

Τύχη καλή προίκισε την Ικαρία με τον ανεκτίμητο πλούτο των ιαματικών υδάτων. Οι πηγές της Ικαρίας θεωρούνται μεταξύ των πλέον ραδιενεργών πηγών του κόσμου.

Ανάμεσα στις δεκαεπτά (17) κυριότερες ιαματικές πηγές της Χώρας μας, είναι γνωστή η Ικαρία για τις δικές της, που βρίσκονται στην περιοχή του Δήμου Αγίου Κηρύκου. Υπάρχουν οκτώ (8) θερμοπηγές που αναβλύζουν σε διάφορα σημεία του νησιού. Ανήκουν στην κατηγορία των θερμών ραδιενεργών αλιπηγών (πλησίον της θάλασσας) διαφέροντας μεταξύ τους ως προς την ένταση της ραδιενέργειας και την θερμοκρασία.

Από αυτές οι πηγές Θερμό και Χλιό – Θερμό βρίσκονται δυτικά του Αγίου Κηρύκου και σε απόσταση 2.500 μ. και 1.800 μ. αντίστοιχα στην περιοχή Λευκάδας.

Η πηγή Μουσταφά – Λίτζα βρίσκεται σε μικρή απόσταση ανατολικά του Επαρχείου μέσα στην πόλη του Αγ. Κηρύκου. Πέντε πηγές του Σπηλαίου του Παμφίλη, του Κράτσα, της Αρτέμιδος και του Απόλλωνος βρίσκονται στην περιοχή των Θερμών. Υπάρχουν οι μη αξιοποιημένες πηγές στην Λευκάδα αλλά και στα χαλασμένα Θέρμα, που βρίσκονται στην φύση δίπλα στην θάλασσα. Στη βορειοανατολική ακτή του νησιού βρίσκεται η πηγή της Αγίας Κυριακής. Στην περιοχή του Ξυλοσύρτη αναβλύζει μια άλλη πηγή 10 μ. από τη θάλασσα με την ονομασία «Αθάνατο νερό». Το νερό της πηγής αυτής, διουρητικό, βοηθάει στην αποβολή λίθων και άμμου από τα νεφρά και την κύστη.

Την υψηλή ραδιενέργεια των πηγών της Ικαρίας διαπίστωσε πρώτος ο Μ. Περτέσης τα έτη 1936 και 1938. Η πρώτη μελέτη της αξιοποίησης των θερμομεταλλικών πηγών της Ικαρίας έγινε το 1962 από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Α. Κ. Μακρή).

Αποτέλεσμα εικόνας για Ικαρια

Σύμφωνα με την μελέτη του Υπουργείου Συντονισμού (1980), παρατηρούνται αλλαγές στην συγκέντρωση του ραδονίου και στην χημική σύσταση των πηγών.

πηγή;γουίκιπίντια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ